Από το εξώφυλλο του συγκροτήματος social waste και το τραγούδι «του Χρόνη»
Από το εξώφυλλο του συγκροτήματος social waste και το τραγούδι «του Χρόνη»

Είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε

στην Promotion
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Ποιος ήταν;

Όχι απλά ένας καλός συγγραφέας, ούτε απλά ένας αριστερός με αντιστασιακές περγαμηνές, κάτι πολύ μα πολύ περισσότερο, κάτι μοναδικό.

Η ζωή του ξεκινάει από την Καβάλα, πολύ μικρός ακόμα δούλεψε σαν καπνεργάτης όπως και οι γονείς του. Όταν έρχεται η κατοχή δείχνει τα πρώτα δείγματα του τολμηρού χαρακτήρα του φεύγοντας μαζί με άλλους πιτσιρικάδες τότε για τα Γιαννιτσά προκειμένου να γλιτώσουν από την πείνα. Λίγο αργότερα το 1947 αποφασίζει να ενταχθεί στην Εθνική Αντίσταση και στο σημείο αυτό ξεκινούν οι διώξεις, κομμάτι της ζωής του δυστυχώς αναπόσπαστο καθώς βρέθηκε αρκετά χρόνια μεταξύ εξορίας και φυλακής.  Πέρασε από την Μακρόνησο και τον ΆΙ Στράτη, από τις φυλακές Αβέρωφ, Κορυδαλλού και Κέρκυρας.  Στην ουσία η ελεύθερη ζωή του Μίσσιου χωρίς παύσεις από πολιτικές διώξεις ξεκινά από το 1973.  Το διάστημα της φυλάκισης του από την χούντα, βρήκε σανίδα σωτηρίας προκειμένου να αντέξει στο διάβασμα και την γραφή εκεί δημιουργείται η αφετηρία του συγγραφέα.

Περνά καιρός μέχρι να αποφασίσει να γράψει, το τολμά το 1985 γράφοντας το πρώτο του βιβλίο με τίτλο:¨Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς¨, το πρώτο αυτό έργο του θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αυτοβιογραφικό καθώς μεταφέρει όλες τις τραυματικές του εμπειρίες από τους βασανισμούς και όσους τους διέπραξαν καταγγέλλοντας παράλληλα την σκληρή αριστερή γραφειοκρατία με πάθος,  ο Μίσσιος δεν έχανε ευκαιρία να υποστηρίζει την δική του αιρετική και ανθρώπινη αριστερά.  Για εκείνον αριστερά δεν ήταν ο ξύλινος, απαρχαιωμένος λόγος, τα δόγματα και οι ιεραρχίες συνοπτικά καταλαβαίνει κανείς την οπτική του από μια φράση:¨Καμιά εξουσία δεν μπορούμε να ανατρέψουμε με μέσα που την αναπαράγουν, όπως η βία, η ιεραρχία, η ηθική, οι φιλοσοφικές και ιδεολογικές αλήθειες… Γιατί η εξουσία δεν ανατρέπεται. Αχρηστεύεται. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι μια φιλοσοφία ζωής.”

Τρία χρόνια αργότερα ο Μίσσιος συνεχίζει να γράφει και το 1988 εκδίδεται το  «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε», ακολουθούν «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991) μέχρι τα «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001).  Το συγγραφικό έργο του Μίσσιου αποτελεί φωτογραφία της προσωπικότητας του, ένα έργο γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και την ζωή, μια γραφή γεμάτη ζωντάνια, αισιοδοξία και θάρρος ακόμα και όταν εξιστορεί στιγμές που του αναγγέλλεται η θανατική του ποινή από το στρατοδικείο στο οποίο ¨ευθαρσώς¨απάντησε όταν ρωτήθηκε αν έχει κάτι να δηλώσει:¨πάρτε τα αρχίδια μου και κάντε τα καπνοσακούλες¨. Η αιρετική του μορφή δεν χώρεσε σε καλούπια, δεν μπόρεσε να γίνει διαχειρίσιμη, τόλμησε μέσα από τα βιβλία του να θεσπίσει τον έρωτα ως την υπέρτατη μορφή επανάστασης και την ευτυχία ως την υπέρτατη αξία της ζωής τι πιο ξεκάθαρο από αυτό για την οπτική του: «Η επανάσταση δεν είναι βία, δεν είναι εξουσία, είναι παιδεία, είναι συναίσθημα, είναι ο σεβασµός της ελευθερίας του άλλου, είναι αγάπη…».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του επέλεξε να αποσυρθεί όχι σαν καλόγερος όπως είπαν πολλοί, μιας και δεν του έλειπε τίποτα είχε την αγάπη της Ρηνιώς της συντρόφου του, που στάθηκε δίπλα του σε όλα, τα αγαπημένα σκυλιά του, την φύση και τα «όπλα¨του, το μολύβι και το χαρτί. Όταν τον ρώτησαν αν νιώθει μοναξιά απάντησε: «Με ρωτούν άλλοτε πώς αντέχω τη μοναξιά εδώ στο χωριό. Θρασύτατη ερώτηση – η πραγματική μοναξιά είναι στις πόλεις! Έχω τη Ρηνιώ, τους φίλους, τα σκυλιά μου, τα δέντρα και μια κόλλα χαρτί που μπορεί να σε ανοίξει σε περιπέτειες που δεν φαντάζεσαι…». Δεν σταμάτησε ποτέ να σκέφτεται πολιτικά παρά το γεγονός ότι δεν έδωσε το παρών στο κάλεσμα κάποιου κόμματος, η σκέψη του στράφηκε στην οικολογία σαν επαναστατική διέξοδο για το σημερινό τέλμα λέγοντας: «Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη και συμπεριφορά. Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης».

Ο Μίσσιος υπήρξε ένας καπετάνιος του διαφορετικού, έδεσε το καράβι της ζωής του σε λιμάνια απροσέγγιστα με πυξίδα την προτροπή σε όλους να μην αφήνουμε«Tα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας».

Ακολουθεί μια ενδεικτική συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου στο περιοδικό «Υποβρύχιο»

Από τους αγνότερους εκπροσώπους μιας γενιάς που οραματίστηκε το θρίαμβο του σοσιαλισμού επί της βαρβαρότητας, ξαπόστειλε θαρραλέα το ωραίο όνειρο όταν αποδείχτηκε εφιάλτης, αφήνοντας τις «κόκκινες» πολιτείες για τις «πράσινες»: H ολιστική οικολογία και τα εναλλακτικά δίκτυα κοινωνικής οργάνωσης είναι, λέει, η μόνη μας βιώσιμη ελπίδα απέναντι στον «χρηματιστηριακό ιμπεριαλισμό» που σαρώνει τον πλανήτη. Και, πάνω απ’ όλα, ο έρωτας – «πολιτισμό και προϋπόθεση ελευθερίας» τον χαρακτηρίζει, κι αν τον ακούσεις να μιλά γι’ αυτόν μαγεύεσαι.

Εμφύλιος, φυλακές, βασανιστήρια, αγώνες, διώξεις, εξορίες… Μια ζωή σαν παραμύθι, κι όμως, εντελώς πραγματική, αποτυπωμένη σε κάθε ρυτίδα του προσώπου αυτού του λεβεντάνθρωπου. Σήμερα, στα ογδόντα τόσα χρόνια του, ο συγγραφέας τού «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» παραμένει μαχητής («Δεν άλλαξα το σύστημα, αλλά ούτε εκείνο θα με αλλάξει»), εξακολουθεί να γράφει, αν και αναρωτιέται πού να τοποθετήσει τους ήρωές του «αφού θα κινδυνεύουν διαρκώς με σύλληψη, ξύλο ή απέλαση!», και μένει σε ένα νοικοκυρεμένο αγρόκτημα στο Μικροχώρι Καπανδριτίου απ’ όπου δίνει, λέει, «την ύστατη μάχη της ζωής του». Δεν κατεβαίνει Αθήνα, δεν έχει καν Internet –κι όμως, στη σελίδα που του έφτιαξαν στο facebook «μετρά» πολυάριθμους «φίλους»!– και μοιράζεται τις μέρες του με τη Ρηνιώ, τα βιβλία, τα δέντρα και τα δυο σκυλιά του: η καλύτερη πατρίδα για έναν αληθινό «σύντροφο».

Το 2010 βρήκε μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, στο έλεος της Κομισιόν, του ΔΝΤ και των διεθνών αγορών. Περιμένατε, αλήθεια, μια τέτοια εξέλιξη;

Όχι, βέβαια. Το ίδιο, νομίζω, ισχύει και για τον μέσο Έλληνα. Η κοινωνία όλη έπαθε εγκεφαλικό… Στην εποχή, βλέπετε, του καταιγισμού της πληροφορίας ο πολίτης παραμένει τραγικά απληροφόρητος. Και… καλά αυτός, οι τύποι που ορκίστηκαν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της χώρας και του λαού της τι διάολο κάνανε τόσα χρόνια; Ή είναι παντελώς ανίκανοι ή πράκτορες ξένων συμφερόντων. Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα – κυβέρνηση, κόμματα συνδικάτα…

Δεν φέρει, όμως, κι ο μέσος Έλληνας μια κάποια ευθύνη;

Φυσικά, στο βαθμό που ανέχτηκε κι εκμεταλλεύτηκε κάποιες καταστάσεις. Αλλά, καθώς είπα, υπήρξε και απληροφόρητος. Χάρη στην κρίση αντιληφθήκαμε επιτέλους ότι περάσαμε στο χρηματιστηριακό στάδιο του καπιταλισμού. Βρισκόμαστε μπροστά σε πολλές δικτατορίες. Ένας χρηματιστηριακός ιμπεριαλισμός σαρώνει τον πλανήτη. Και δεν παράγει πλούτο (παρά μόνο για τους λίγους), παράγει όμως «φούσκες». Η τοκογλυφία καθορίζει τη μοίρα λαών, αλλάζει κυβερνήσεις, κλέβει πόρους.

Ακούγεστε απαισιόδοξος.

Είμαι, διότι βλέπω, δυστυχώς, να τρεμοσβήνει η σπίθα που μεταμορφώνει τον άνθρωπο από σκλάβο σε επαναστάτη, από οπαδό σε πολίτη. Στην εποχή μου η εξουσία ασκούσε βία στο κορμί μας. Σήμερα κάνει «λοβοτομή», μας καθιστά άβουλα αντικείμενα παραγωγής και κατανάλωσης προϊόντων. Την οποία κατανάλωση βεβαίως προωθεί η διαφήμιση, ένα καρκίνωμα που καβαλά σε κάθε δημιουργία τσαλαπατώντας την ανθρώπινη σκέψη. Ένα παρασιτικό, χυδαίο φαινόμενο, που ουδείς ενοχλείται γιατί κρατά απ’ το λαιμό τα ΜΜΕ.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ελπίδα;

Καμιά χώρα σήμερα δεν μπορεί να ονειρεύεται ένα ελεύθερο μέλλον. Πώς να πείσεις την Τουρκία, π.χ., να μη χτίσει πυρηνικά εργοστάσια που σε περίπτωση ατυχήματος θα κάνουν όλους τους γείτονές της «ραδιενεργούς»; Και μην ακούτε τα περί ασφαλούς πυρηνικής ενέργειας, κολοκύθια στο πάτερο είναι! Ή πώς να πείσεις την BP να μην κάνει γεωτρήσεις στον Κόλπο του Μεξικού, όταν το μόνο που τη νοιάζει είναι πόσα σεντς θα κοστίσει την ώρα η αποκατάσταση της τεράστιας διαρροής; Η κοινωνία, βεβαίως, μεταβάλλεται – και μέσα στην κρίση η σπίθα που λέγαμε μπορεί να γίνει φλόγα, ανεβάζοντας το λαό στο επίπεδο της ιστορικής του συνείδησης. Έτσι, ναι, ίσως υπάρξει ελπίδα. Από πεφωτισμένους ηγέτες και σωτήρες χορτάσαμε!

Τι να κάνουμε με το χρέος της χώρας, να το πληρώσουμε ή όχι;

Δεν ξέρω, δεν είμαι οικονομολόγος. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, χρειάζεται να αλλάξουμε. Να αποσυμφορήσουμε την Αθήνα, να τονώσουμε την επαρχία, να ξαναβρούμε τις αξίες τού ευ ζην, να στραφούμε σε άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Ήδη ακούω για πρωτοβουλίες νέων αγροτών στη Θεσσαλία και αλλού, που έχουν καταργήσει το χρήμα κι ανταλλάζουν προϊόντα και υπηρεσίες.

«Η αστική δημοκρατία είναι ένας σκελετός» είχατε πει. Υπάρχει, όμως, αξιόπιστη εναλλακτική;

Κοιτάξτε, το σύστημα δεν ανατρέπεται συνολικά. Σπάει, όμως, σε μικρά κομμάτια κι έτσι μπορεί να το ελέγξουμε. Το πρόβλημα δεν είναι να κατακτήσουμε πολλές μικρές ελευθερίες, όπως έλεγε ο Μαρκούζε, αλλά να ανατρέψουμε κατ’ αρχήν το κομμάτι του συστήματος που έχουμε εσωτερικεύσει. Μόνη διέξοδος είναι η ολιστική οικολογική σκέψη, φιλοσοφία, συμπεριφορά. Η πραγματική οικολογία καταργεί την εξουσία, προωθεί την άμεση δημοκρατία, την αποκέντρωση, τις μικρές αλληλέγγυες κοινότητες, την εναλλακτική τεχνολογία.

Με τους Έλληνες Πράσινους έχετε επαφές;

Είχα, αλλά διαφωνούμε – γιατί η οικολογία, πιστεύω, αξίζει μόνον ως αυθόρμητο κίνημα, διαφορετικά ενσωματώνεται στο σύστημα. Καλός ο ακτιβισμός, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται να γίνει τρόπος σκέψης και ζωής του καθενός. Και, κατ’ αρχήν, οικολογία και ανθρωποκεντρισμός δεν συμβιβάζονται.

Η Αριστερά;

Δεν ξέρω τι σημαίνει πια Αριστερά. Οι ταμπέλες; Τα λάβαρα; Η Αριστερά που γνώρισα πάλευε με τον πολιτισμό και, όταν χρειάστηκε, με το τουφέκι. Πάλευε, έστω, με τα λάθη της. Σήμερα, όμως, δεν παράγει τίποτε. Στον Συνασπισμό τριάντα χρόνια τώρα σκοτώνονται – ξεφτίλα. Στο ΚΚΕ βγαίνει η Αλέκα και μιλά λες και διαβάζει έκθεση της β’ λυκείου…

Έχουμε, όμως, ακόμα «αντάρτικο» – πόλεων…

Το «αντάρτικο» αυτό, η τρομοκρατία που λέμε, πιθανόν να χρησιμοποιείται από κάποιους κύκλους, πιθανόν να είναι απλώς κάποια τρελόπαιδα – δεν εννοώ, βέβαια, τους δολοφόνους. Αλλά δεν είμαστε στον 19ο αιώνα. Αν είστε μάγκες, αντί να σπάτε βιτρίνες και να βάζετε γκαζάκια, κατακτήστε την τεχνολογία, σπάστε τους κωδικούς των τραπεζών και μοιράστε τα λεφτά στον κόσμο.

Είπατε κάποτε «ευτυχώς που δεν νικήσαμε», αναφερόμενος στον Εμφύλιο.

Ναι, γιατί αλλιώς θα ήμασταν πολλές δεκαετίες πίσω – και όσοι σκεφτόμαστε διαφορετικά θα βλέπαμε τα ραδίκια ανάποδα! Θυμάμαι τους καθοδηγητές… καθίκια σκέτα. Αυτοί υπουργοί; Θεός φυλάξοι!

«Ο έρωτας είναι το πιο προσωπικό καταφύγιο του ανθρώπου, η πιο απελευθερωτική του διαδικασία» έχετε πει. Θα μας έσωζε, πιστεύετε, ο έρωτας;

Στα χρόνια της χολέρας πού να τον βρεις τον έρωτα! Σεξ βρίσκεις άφθονο, πορνό επίσης, έρωτα όμως… Ο άνθρωπος γίνεται μονοσήμαντος, αποσυναισθηματοποιείται, αποξηραίνεται εσωτερικά από το άγχος μιας βάρβαρης, ανήθικης πραγματικότητας. Το σύστημα καθαγιάζει τη βία και τον πόλεμο και ενοχοποιεί τον έρωτα, τη φωτιά της ζωής… έγραφε ο Μπορίς Βιάν. Είναι, βλέπεις, αντιπαραγωγικός και δυνάμει ανατρεπτικός. Η σεξουαλική απελευθέρωση κατάντησε ένα καταναλωτικό αλισβερίσι, το σεξ έγινε εμπόρευμα, όπως και η αμφισβήτηση – δες τον Τσε…

Ελάχιστοι παλιοί αριστεροί ύμνησαν τον έρωτα όπως εσείς. Είχατε «τολμήσει» να μιλήσετε ακόμα και στο περιοδικό «Κράξιμο» της τραβεστί Πάολας…

Ναι, υπήρξαν εποχές που η Αριστερά υπήρξε συντηρητική, σεμνότυφη. Εγώ δεν έγινα κομπλεξικός, γιατί από μικρό με αγαπούσαν οι γυναίκες! Με τη Ρηνιώ είμαστε μαζί 47 χρόνια κι ακόμα αγαπιόμαστε. Ούτε χαλιόμουνα ποτέ με το πώς τη βρίσκει ο καθένας, ο έρωτας είναι παντού και πάντα ίδιος. Ο ερωτευμένος ανθίζει, μεταβάλλεται, ο έρωτας είναι πολιτισμός και προϋπόθεση ελευθερίας, θέλει όμως χώρο σε μυαλό και ψυχή για να υπάρξει.

Τι σας κράτησε, αλήθεια, ζωντανό τα χρόνια της φυλακής;

Η πεποίθηση ότι συμμετείχα σε ένα παγκόσμιο όνειρο. Νομίζαμε πως πλάθαμε ιστορία. Ήμασταν πλούσιοι σε ψευδαισθήσεις, βλέπαμε ακόμα και τους βασανιστές με επιείκεια. Αυτή η ιδεολογία ως άρωμα ενός νέου κόσμου με κράτησε άνθρωπο. Δίχως κακία, δίχως μίσος, αλλά με κάποια σοφία, που ωστόσο μοιάζει άχρηστη πλέον… Γι’ αυτό και απελπίζομαι βλέποντας σημερινά παιδιά να αντιγράφουν πολιτικά τη γενιά μου – μα τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει;

Δορυφόροι-κατάσκοποι, συστήματα παρακολούθησης, κάμερες παντού… Βαδίζουμε, λέτε, σε μια κοινωνία οργουελιανή;

Μα έχουμε ξεπεράσει ήδη τον Όργουελ. Ο Χάξλεϊ ακούγεται πιο προχωρημένος, γιατί στη δική του δυστοπία τα βιβλία δεν καίγονται – απλώς δεν ενδιαφέρουν πια τους ανθρώπους.

Με την επίσημη πολιτική δεν ασχολείστε πια;

Όχι, αλλά μήτε έχω αποσυρθεί, όπως με αγένεια μου είπαν κάποτε. Δίνω πλέον την ύστατη μάχη μου. Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, όμως δεν θα επιτρέψω ούτε σ’ αυτό να με αλλάξει. Με ρωτούν άλλοτε πώς αντέχω τη μοναξιά εδώ στο χωριό. Θρασύτατη ερώτηση – η πραγματική μοναξιά είναι στις πόλεις! Έχω τη Ρηνιώ, τους φίλους, τα σκυλιά μου, τα δέντρα και μια κόλλα χαρτί που μπορεί να σε ανοίξει σε περιπέτειες που δεν φαντάζεσαι…

Για το ξεκίνημα της νέας χρονιάς, ας κρατήσουμε αυτό από τον Μίσσιο:

«Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, είμάστε εντάξει ρε μάγκα πάμε».

Facebook Comments