Συγνώμη Ματιέ (Ζακ), τώρα, τουλάχιστον, ξέρουμε γιατί (ότι) σε αγαπάμε

στην Με Άποψη
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

«Πόσο λίγο προσέχονται οι ταπεινές αυτές μικροθόρυβες ζωές και πόσο οι θορυβώδεις και αλαζονικές που δημιουργούν γύρω τους απατηλές λάμψεις»: Σε αυτή την φράση από το «Πρωθύστερο» του Άγγελου Βλάχου, γραμμένη σε ένα χαρτί και κολλημένη «σ’ ένα τραπεζάκι που χρησιμοποιούσε ως γραφείο», συνοψίζεται η φιλοσοφία ζωής του Ματιέ.

Του Ματθαίου που «γεννήθηκε εφταμηνίτικος και ελλιποβαρής» και τον έβγαλε έτσι η μητέρα του για να τον φωνάζει Ματιέ και να της θυμίζει τον «χλωμό, με έντονο βλέμμα και κάπως μακριά μαλλιά Γάλλο ιστορικό» που είχε ερωτευτεί στα 13 της, όταν τον πρωτοείδε στο μπακάλικο των γονιών της στην Άρτα. Αλλά, όπως εξομολογείται και η ίδια, «ήταν λάθος και το όνομα. Σπάνιο, όπως και ο ίδιος που δεν κατάφερε να μπει σε ομάδα». 

Ο Ματθαίος-Ματιέ είναι ο λογοτεχνικός ήρωας του δεύτερου βιβλίου της Αγγελικής Σπανού (Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις), που (θέλει να) περνάει «Απαρατήρητος», όπως η ταμίας στο σούπερ μάρκετ, η οδοκαθαρίστρια, ο τραυματιοφορέας, ο ντελιβεράς, του πρώτου βιβλίου της συγγραφέως (εκδόσεις Πόλις).

Άλλωστε, και ο ίδιος, ως κούριερ, θα μπορούσε να είναι πρωταγωνιστής και του πρώτου βιβλίου του Α.Σπανού. Μόνο που ο Ματιέ πρωταγωνιστεί σε μία σύγχρονη τραγωδία. Είναι ο Ζακ που δεν λιντσάρεται στο κέντρο της Αθήνας αλλά στα Βόρεια Προάστια, όταν από ειρωνεία της τύχης, γιατί δεν μπορεί να πει «όχι» στους συντρόφους του, τις «Αλεπούδες», μια ομάδα «πράσινων εξτρεμιστών», αναγκάζεται να συμμετάσχει σε μία «απαλλοτρίωση» σούπερ μάρκετ που παραβιάζει τις εργασιακές σχέσεις, για να μοιράσει τα προϊόντα στους καταφρονεμένους. 

«Άγρια ξενυχτισμένος από το ποτό και το γαμήσι μέχρι το πρωί… ζαλισμένος από την κραιπάλη και πολύ αδύναμος» δεν καταφέρνει να φύγει μαζί με τους συντρόφους του, παραμένοντας ξαπλωμένος μπρούμυτα ανάμεσα στα γυαλιά από τις σπασμένες τζαμαρίες του σούπερ μάρκετ, βορά στα κτηνώδη ένστικτα των νοικοκυραίων των Βορείων Προαστίων. Σαν άλλος Ζακ «όταν άρχισαν να τον χτυπάνε, ήταν εντελώς ακίνδυνος, είχε πάθει κρίση πανικού και ήταν σχεδόν λιπόθυμος. Του έσπασαν τα πλευρά και τον χτύπησαν άγρια στο κεφάλι. Ο διασώστης του ΕΚΑΒ το μόνο που δεν έκανε ήταν να τον διασώσει και μετά τον περιέλαβαν οι αστυνομικοί. Τον άφησαν αβοήθητο δεκάδες άνθρωποι που ήταν εκεί, ανάμεσα τους κι εγώ. Ακολούθησε η δολοφονία του χαρακτήρα του με την προσπάθεια συγκάλυψης που έγινε από την αστυνομία και τη σπίλωση της προσωπικότητάς του από τα περισσότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης», εξομολογείται ένας από τους (απαθείς) θεατές της δολοφονίας του. 

Και η ξανθιά κυρία που τον κλώτσησε στο πρόσωπο επιβεβαιώνει με κυνισμό στην δική της εξομολόγηση: «Μετά είδα ότι στα παπούτσια μου είχα αίματα. Θα του ‘σπασε κάνα δόντι. Τα σκούπισα με μωρομάντιλο. Είναι τα αγαπημένα μου. Χαμηλό τακούνι, τετράγωνη μύτη, μαλακό δέρμα. Και αναπαυτικά και σικ. Δύσκολα βρίσκεις»

Είναι, λέει η συγγραφέας, επικαλούμενη τον Φρόιντ και τον Λε Μπον το φαινόμενο της «απανθρωποίησης (dehumanization)», που εμφανίζεται «σε κοινωνίες οι οποίες έχουν υποστεί βαθιές ρήξεις και ασυνέχειες σε κοινωνικό, ηθικό, οικονομικό επίπεδο» και αδυνατούν να επεξεργαστούν τα πρωτόγονα ένστικτά τους, απαντώντας με την αυτοδικία «στο έλλειμμα τάξης και ασφάλειας, σαν ένα νόμιμο αντανακλαστικό διατήρησης της καταρρέουσας κοινωνικής συνοχής».

Ή με τα λόγια του πρωταγωνιστή της αυτοδικίας, 47χρονου «μπρατσαρά» διευθυντή του σούπερ μάρκετ: «Είχα ζοριστεί πολύ που στεκόμουν τόση ώρα στον τοίχο ακίνητος, έχοντας μπροστά μου έναν κουκουλοφόρο με όπλο. Από τη στιγμή που έφυγαν κι αισθάνθηκα ελεύθερος, δεν υπήρχε περίπτωση να μην απαντήσω. Ευτυχώς που έπεσε αυτός ο ένας και μπόρεσα να ξεσπάσω. Αλλιώς, θα έσκαγα…. Για μένα ο ληστής δεν ήταν ένας ακίνδυνος τύπος που έπαθε κρίση πανικού και σωριάστηκε στο πάτωμα, όπως μας λένε τώρα. Ήταν ένας αδίστακτος κακοποιός που ήθελε το κακό μας και για καλή μας τύχη παραπάτησε. Έναν παράνομο έβλεπα μπροστά μου, έναν που θα έπρεπε να βρίσκεται στη φυλακή. Και τον τσάκισα». 

Η δολοφονία του Ματιέ-Ζακ έχει όμως και την άλλη της όψη. Είναι η αφορμή για αναστοχασμό όλων μας, όπως το εξομολογείται, ψάχνοντας τα πράγματα του στο μικρό του δωμάτιο, η οδοντίατρος αδελφή του, που τον είχε απομακρύνει από κοντά της, για μην την εκθέτει στην μικροαστική ζωή της: «Δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι ο Ματιέ ήταν σε έναν τέτοιο κόσμο. Τόσα πνευματικά ενδιαφέροντα και δραστηριότητες, και σεξ, και οικολογικός ακτιβισμός και παρέες, αυτό το αδύναμο πλάσμα που λέγαμε πώς έχει βουλιάξει στη μιζέρια, που τον λυπόμασταν; Ίσως να μας λυπόταν κι αυτός. Εγώ η πετυχημένη οδοντίατρος με την ωραία οικογένεια, τίποτα δεν κάνω. Για τις υποχρεώσεις του σπιτιού και των παιδιών τρέχω συνέχεια, κάτι χαζοσειρές στην τηλεόραση βλέπω το βράδυ, ούτε φίλες δεν έχω πια, μόνο ζευγάρια βγαίνουμε σε ταβέρνες, σεξ κάθε δεκαπέντε και αν, ταξίδια μόνο καλοκαίρι και μόνο στη Χαλκιδική -πόσο πιο μίζερα… Αν κάποιος έψαχνε τα πράγματά μου δεν θα έβρισκε τίποτα που δεν θα περίμενε. Δεν υπάρχει τίποτα αναπάντεχο ή απρόβλεπτο στο δικό μου κόσμο».  

Εξομολόγηση που την (μας) οδηγεί να μετανιώνει (-ουμε), όχι μόνο για δική της (μας) ζωή, αλλά και για την στάση της (μας) απέναντι στον μικρό αδελφό της (μας), από τον οποίο (δηλώνει ότι) περιμένει, μάταια (;) να ζητήσει, εκ μέρους όλων μας, συγνώμη: «Σίγουρα θα ‘θέλα να είχα καταλάβει νωρίτερα ποιος είναι ο Ματιέ. Μέχρι τώρα ήξερα μόνο πως είναι παράξενος, πως αγαπάει τα ζώα περισσότερο από τους ανθρώπους. Αυτό που του συνέβη δείχνει πόσο δίκιο είχε. Τόσοι άνθρωποι βρίσκονταν εκεί, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, και τον άφησαν να διαλυθεί…Η ζωή του Ματιέ ήταν σίγουρα μικροθόρυβη. Δεν ακουγόταν. Δεν ήθελε την προσοχή των άλλων, δεν έκανε φασαρία, δεν έμπαινε ποτέ στο κέντρο του κύκλου. Κάποιες φορές νόμιζες πως κρατάει την ανάσα του. Τόσο ήσυχος. Ο κρότος ήρθε μια και καλή, τώρα, στο τέλος. Τον άκουσαν όλοι. Θα περιμένω όσο χρειαστεί για να μπορέσω να μιλήσω μαζί του. Και ξέρω πώς θα αρχίσω. Με δυο λέξεις: Σ’ αγαπάω». 

Συγνώμη, Ματιέ-Ζακ για όσα (δεν) κάναμε για σένα. Τώρα, μετά το βιβλίο της Αγγελικής, ξέρουμε, τουλάχιστον, γιατί (ότι) σε αγαπάμε…

Facebook Comments

Τελευταια από Με Άποψη

Go to Top