Alpha: Πόσο «βαθιά» θα είναι η ύφεση στην Ελλάδα

στην Επικαιρότητα
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Tα κύρια χαρακτηριστικά της υφεσιακής διαταραχής που πλήττει τη χώρα μας τη φετινή χρονιά, ως αποτέλεσμα των -παγκόσμιας κλίμακας- περιοριστικών μέτρων για την εξάπλωση της νόσου Covid-19, είναι η μείωση της εξωτερικής ζήτησης, πρωτίστως για υπηρεσίες και δευτερευόντως για αγαθά, η αναβολή επενδυτικών σχεδίων και η προσωρινή παύση δραστηριότητας σε σημαντικούς κλάδους της οικονομίας.

Οι αρνητικές επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων στο διαθέσιμο εισόδημα και την απασχόληση, σε συνδυασμό με την αντίδραση της δημοσιονομικής πολιτικής για το μετριασμό της έντασης και της διάρκειας της ύφεσης, αναμένεται να οδηγήσουν στην επιστροφή των διδύμων ελλειμμάτων, δηλαδή τόσο στο δημοσιονομικό ισοζύγιο, όσο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, σημειώνει στο εβδομαδιαίο της δελτίο η Alpha Bank.

Η υψηλή εξάρτηση της Ελλάδας από τον τουρισμό την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις διαταραχές της διεθνούς ζήτησης, καθώς η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μία ισχυρή ύφεση και η ανάγκη κοινωνικής αποστασιοποίησης δρα αποτρεπτικά στην ταξιδιωτική κίνηση. Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας έχει μεταβάλει, σε μικρό μόνο βαθμό, το παραγωγικό της μοντέλο σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, η τρέχουσα υφεσιακή διαταραχή αναμένεται να έχει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με την κρίση που ξεκίνησε το 2008.

Η άμεση επίπτωση το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του έτους αναμένεται να είναι σφοδρή αλλά η διάρκειά της σχετικώς περιορισμένη. Η Ελλάδα της κρίσης του 2008 αποτελεί πλέον χαρακτηριστική περίπτωση μιας ύφεσης σχήματος “L”.

Τούτο προέκυψε από το γεγονός ότι μετά την αρχική διαταραχή που προήλθε από την παγκόσμια ύφεση ακολούθησαν διαδοχικά shocks στα επόμενα έτη, καθώς η κρίση του αξιόχρεου του Ελληνικού Δημοσίου οδήγησε σε συσταλτική δημοσιονομική και εισοδηματική πολιτική (γνωστή ως εσωτερική υποτίμηση), στα πλαίσια των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, με αποτέλεσμα σε επόμενο χρόνο την άνοδο του ληξιπρόθεσμου ιδιωτικού χρέους. Οι συνθήκες που επικρατούν στην ελληνική και στην παγκόσμια οικονομία σήμερα παρουσιάζονται σημαντικά διαφορετικές, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι.

Η δημοσιονομική πολιτική το 2020 είναι ιδιαίτερα επεκτατική (fiscal stimulus), καθώς ήδη από τους πρώτους μήνες του έτους η κυβέρνηση ανακοίνωσε έκτακτα μέτρα στήριξης της τάξεως των Ευρώ 6,8 δισ., ενώ στην προηγούμενη κρίση ήταν έντονα συσταλτική, με περικοπές μισθών και συντάξεων και αυξήσεις φορολογικών συντελεστών.

Η τρέχουσα πολιτική στηρίζεται σε τρεις πυλώνες που τότε δεν υπήρχαν. Πρώτον, στην ελαστικότητα της τήρησης των δημοσιονομικών κανόνων και στην ενίσχυση από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεύτερον, στην απρόσκοπτη πρόσβαση στις αγορές από το Ελληνικό Δημόσιο, όπως επιβεβαιώθηκε πρόσφατα, από την άντληση κεφαλαίων μέσω της έκδοσης επταετούς ομολόγου στα μέσα Απριλίου.

Τρίτον, στη συσσώρευση ενός σχετικά υψηλού αποθέματος ασφαλείας (cash buffer) που προσθέτει βαθμούς ευελιξίας στην άσκηση της πολιτικής στήριξης της πραγματικής οικονομίας, ενώ παράλληλα αναμένεται να εισπραχθούν αξιόλογα ποσά μέσω της επιστροφής των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα, που διακρατούν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της Ευρωζώνης (SMPs και ANFAs), καθώς και από το πρόγραμμα SURE για την απασχόληση (βλ. Εβδομαδιαίο Δελτίο της 13.4.2020) και από το ΕΣΠΑ.

Παράλληλα, η χώρα διατηρεί τη δυνατότητα χρηματοδοτικής στήριξης μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (συνολικά κεφάλαια Ευρώ 240 δισ. και χρηματοδότηση έως το 2% του ΑΕΠ κάθε χώρας), αλλά χωρίς τους αυστηρούς κανόνες των προηγουμένων προγραμμάτων προσαρμογής.

Αναφορικά με τη νομισματική πολιτική, η συμμετοχή της χώρας μας στο νέο Έκτακτο Πρόγραμμα Αγοράς Στοιχείων Ενεργητικού λόγω πανδημίας (PEPP) συμπιέζει το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου σε μεγάλο βαθμό, με τη δυνατότητα αγοράς από την ΕΚΤ, στοιχείων ενεργητικού αξίας Ευρώ 12 δισ., ενώ, παράλληλα, η αποδοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων ως εγγυήσεων ενισχύει τη ρευστότητα και κατά συνέπεια την πραγματική οικονομία.

Επιπλέον, η πιστωτική επέκταση θα συνεχισθεί, σε αντίθεση με την προηγούμενη κρίση, καθώς σημαντικός όγκος διαθεσίμων κεφαλαίων με την υποστήριξη των κοινοτικών κονδυλίων και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, υπό μορφή εγγυήσεων, προσφέρονται για τη δημιουργία σημαντικής μόχλευσης κεφαλαίων.

Παράλληλα, η επιτυχής υγειονομική διαχείριση και πολιτική εξομάλυνσης της επιδημικής καμπύλης έχουν προσδώσει σημαντικά οφέλη στην αξιοπιστία και στο brand name της χώρας, στο δύσκολο στίβο του ανταγωνισμού στην αγορά τουριστικών υπηρεσιών τα επόμενα έτη, σε αντίθεση με το αρνητικό κλίμα της περιόδου 2008-2010 σχετικά με τη φερεγγυότητα των ελληνικών στατιστικών στοιχείων.

Τέλος, το profile του ελληνικού δημοσίου χρέους είναι σήμερα αισθητά βελτιωμένο και προσδιορίζεται από σταθερά επιτόκια και μεγάλη μέση διάρκεια αποπληρωμής, με σχετικά περιορισμένες χρηματοδοτικές ανάγκες, τουλάχιστον την επόμενη δεκαετία.

Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους δε, οφείλεται σε επίσημους δανειστές και όχι θεσμικούς και ιδιώτες ομολογιούχους. Αντίθετα, το 2009, το μεγαλύτερο τμήμα του χρέους έληγε σε σχετικά μικρό χρονικό ορίζοντα, καθώς η μέση σταθμική διάρκεια του χρέους το 2009 ήταν 7,9 έτη, ενώ το 2019 ήταν 20,5 έτη. Τέλος, η υφιστάμενη πολιτική σταθερότητας και ομοθυμίας για την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης συνιστά σήμερα ένα σημαντικό όπλο, σε αντίθεση με την πόλωση του πολιτικού σκηνικού που επικράτησε στην έναρξη και κατά τη διάρκεια της προηγούμενης οικονομικής κρίσης.

Το ερώτημα που τίθεται είναι, εάν υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι εμβάθυνσης της ύφεσης το 2020. Πράγματι, υπάρχουν κίνδυνοι και είναι σημαντικοί. Πρώτον, η ένταση και η διάρκεια της ύφεσης θα προσδιοριστούν, σε σημαντικό βαθμό, από επιστημονικές παραμέτρους που δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί, όπως το εάν υπάρχει ή όχι εποχικό πρότυπο στη μολυσματικότητα, το εάν θα υπάρξει δεύτερο κύμα εξάπλωσης του ιού το φθινόπωρο και τέλος το πόσο σύντομα θα υπάρξουν αξιόπιστες θεραπείες και εμβόλιο.

Δεύτερον, ο κίνδυνος διάβρωσης, εκ νέου, της ηθικής συναλλαγών και πληρωμών, τις συνέπειες της οποίας ήδη γνωρίζουμε από την προηγούμενη κρίση. Τέλος, οι δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας δεν είναι απεριόριστες και θα απαιτηθεί αποτελεσματικός σχεδιασμός και χρονοδιάγραμμα στη λήψη των μέτρων στήριξης.

Σχολιάζοντας την αντίθεση μεταξύ του υφεσιακού shock μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008 και εκείνου του Covid-19, η τράπεζα σημειώνει ότι το 2008, οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν μια βαθιά χρηματοπιστωτική κρίση, με αποτέλεσμα την απότομη μείωση του ΑΕΠ και στη συνέχεια ταχεία επάνοδο. Μια παραλλαγή του προηγούμενου σχήματος ακολούθησε η Ευρωζώνη, με βασικό χαρακτηριστικό την επάνοδο του ΑΕΠ στα προ κρίσης επίπεδα, αλλά με μεγαλύτερη χρονική υστέρηση.

Η διαφορά στη διάρκεια αποκατάστασης των απωλειών μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωζώνης εξηγείται από το γεγονός ότι η δημοσιονομική πολιτική στις ΗΠΑ ήταν περισσότερο επεκτατική, σε σύγκριση με τους δημοσιονομικούς κανόνες που επικράτησαν στην Ευρωζώνη.

Οι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου -Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα- που επλήγησαν περισσότερο από τη χρηματοπιστωτική κρίση και εισήλθαν σε καθεστώς μνημονιακής προσαρμογής για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είχαν μια διαφορετική πορεία, με τη χώρα μας να καταγράφει τη χειρότερη επίδοση. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση κληροδότησε μια δύσκολα αναστρέψιμη, διαρθρωτική ζημία και στην πλευρά της προσφοράς και στην πλευρά της ζήτησης της οικονομίας.

Επιπλέον, η διάρκεια και η ένταση της οικονομικής κρίσης έπληξε καίρια τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, την απασχόληση και την παραγωγικότητα, οι οποίες θεωρούνται βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξη υψηλότερων και διατηρήσιμων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας.

Αντίθετα, το σχήμα της ύφεσης το 2020 και της ανάκαμψης της Ελληνικής Οικονομίας το 2021 εκτιμάται ότι θα είναι πολύ διαφορετικό, καταλήγει η τράπεζα.

Facebook Comments

Τελευταια από Επικαιρότητα

Go to Top